Olympic House and Park

(first prize at architectural competition)

The following three fundamental considerations were addressed and in due course served to frame the proposal:

• The global dimension inherent in the encouragement and inculcation of the Olympic spirit.
• The historical dimension of preserving and reviving a venerable institution of great antiquity.
• The athletic dimension that pursues training of “body and spirit” in equal measure as an essential human activity.

It was felt that the shifts from “individual to collective” and from “ancient to modern” could be achieved by means of architectural transitions deployed in space, and thus be translated into the layout of the building in plan, and its dialogue with the ground in section respectively. On master plan the concord of body and spirit was reflected en the concord of built and non-built, of edifice and park.

With respect to the plan the quest for a layout that would express the global parameter led to the image of an ancient stadium. The building is developed perimetrically around a central void, which opens out to the town, calling upon the “external” to enter and allowing the “internal” to be viewed.

In section, the transition from “ancient to modern” is realised through raising the building high and creating a ground-floor void, where the promenade takes on the significance of museum space for showcasing the ancient and modern history of the institution.

At the master plan level, the building is not juxtaposed to the park, but neither is the reverse true. Initially the built penetrates the un-built part of the plot centrally letting the un-built surround it, while subsequently the un-built penetrates the build centrally and by piercing it, this is incorporated into it. This interpenetration and co-existence of built and un-built, of edifice and park, on an equal footing, expresses the need for material and spiritual to coexist: training for “body and spirit”.


Ολυμπιακό Μέγαρο και Πάρκο
(α' βραβείο σε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό)

Στη μελέτη για το Ολυμπιακό Μέγαρο και Πάρκο, αναζητήθηκε εκείνη η αρχιτεκτονική σύνθεση που να εκφράσει με τον πληρέστερο τρόπο την σημασία της Ολυμπιακής Κίνησης. Επισημάνθηκαν οι ακόλουθες τρεις βασικές παράμετροι, που στην πορεία αποτέλεσαν το πλαίσιο της πρότασης:

• Η Οικουμενική διάσταση της καλλιέργειας και διάδοσης του αρχαίου πνεύματος του Ολυμπισμού με έννοιες όπως η συναδέλφωση, η ευγενής άμιλλα και η παγκόσμια ειρήνη.

• Η Ιστορική διάσταση της διαφύλαξης και αναβίωσης του πανάρχαιου θεσμού.

• Η Αθλητική διάσταση της προώθησης της ταυτόσημης άσκησης Σώματος και Πνεύματος ως ουσιαστικής ανθρώπινης δραστηριότητας.

Θεωρήθηκε ότι τα περάσματα από το Ένα στο Σύνολο και από το Αρχαίο στο Σύγχρονο μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσα από αρχιτεκτονικές μεταβάσεις που να αναπτύσσονται στο χώρο και να μεταφραστούν, μέσω ενδιάμεσων κενών, στη διάρθρωση του κτιρίου σε Κάτοψη και στο διάλογο του με το έδαφος σε Τομή αντίστοιχα. Η συνταύτιση Σώματος και Πνεύματος παραλληλίστηκε με τη συνταύτιση κτιστού και ά-κτιστου, κτιρίου και πάρκου, στο επίπεδο του Χωροταξικού.

Στην Κάτοψη, η αναζήτηση για μια διάταξη που να εκφράσει την παράμετρο της Οικουμενικότητας, οδήγησε στην εικόνα του αρχαίου σταδίου. Το κτίριο αναπτύσσεται περιμετρικά ενός κεντρικού κενού, το οποίο ανοίγεται προς την πόλη καλώντας το "έξω" να εισχωρήσει και αφήνοντας το "μέσα" να θεαθεί.

Στην Τομή, το πέρασμα από το Αρχαίο στο Σύγχρονο υλοποιείται με την ανύψωση του κτιρίου και τη δημιουργία ισόγειου κενού, όπου η διαδρομή αποκτά σημασία μουσειακού χώρου για την αρχαία και την σύγχρονη ιστορία του θεσμού.

Στο Χωροταξικό, το κτίριο δεν παρατίθεται στο πάρκο ούτε το αντίστροφο. Αρχικά το κτιστό εισχωρεί κεντρικά στον αδόμητο χώρο του γηπέδου αφήνοντας το ά-κτιστο να το περιβάλλει, ενώ στη συνέχεια το ά-κτιστο εισχωρεί κεντρικά στο κτιστό και διατρυπώντας το, ενσωματώνεται. Η αλληλοδιείσδυση και ισότιμη συνύπαρξη κτιστού και ά-κτιστου, κτιρίου και πάρκου, ταυτίζεται με την ανάγκη συνύπαρξης υλικού και πνευματικού, άθλησης Σώματος και Πνεύματος.

Το κεντρικό κενό, ένας εκτενής χώρος συνάθροισης, αναπτύσσεται διαδοχικά από το πάρκο διαμέσου του σκιερού αίθριου στο χώρο εισόδου και εν συνεχεία διαμέσου της αίθουσας πολλαπλών ξανά στο πάρκο. Η κίνηση στα γραφεία γίνεται εξωτερικά έτσι ώστε οι χώροι να στοιχίζονται εκατέρωθεν των αίθριων, ως θεατές αναμεταξύ τους καθώς και των γεγονότων που παίρνουν μέρος σε αυτά.